διοικοδομέω
διοικοδομέω, to build across, wall off
- build across, wall off, Th. 4.69, 8.90.
- 2 to set a partition-wall between: metaph., ἰσθμὸν καὶ ὅρον δ. τῆς τε κεφαλῆς καὶ τοῦ στήθους Pl. Ti. 69e; δ. τοῦ θώρακος . . τὸ κύτος ibid.
- II barricade, ὁδούς D.S. 13.56.
1 construir a lo largo
τὸν θυραῖον τοῖχον
τὸ τεῖχος Ιερουσαλημ
διοικοδομήσαντες τὸ πρὸς Μεγαρέας (τεῖχος)
στοάν
2 separar o dividir mediante una construcción
ἥμισυ διοικοδομήσας (σταθμόν) ἔκτισα γυμνάσιον
διοικοδομεῖν ... καὶ διαφράττειν ... τὰ ἑρκία
• milit.
ταύτην (τὴν Νῆσον) διῳκοδόμησεν ἀπὸ τῆς ἄλλης πόλεως τείχει
• cerrar con barricadas
τὰς ὁδούς
τοὺς στενωπούς
3 fig. construir separando c. ac. y gen. de los obj. separados
ἰσθμὸν καὶ ὅρον διοικοδομήσαντες τῆς τε κεφαλῆς καὶ τοῦ στήθους
• dividir mediante una construcción
διοικοδομοῦσι τοῦ θώρακος αὖ τὸ κύτος
- to build across, wall off, Thuc.