διοικέω
διοικέω, διοικέω, administer, run (verb)
- keep house: hence, generally, control, manage, administer, τὴν πόλιν Th. 8.21, etc.; τὰ τῆς πόλεως Ar. Ec. 305; τάς τε οἰκίας καὶ τὰς πόλεις Pl. Men. 91a; τὸν κόσμον Id. Phdr. 246c; τὸν οὐρανόν Id. Lg. 896e; τὰ ἀνθρώπινα ib. 713c; τὸν ἑαυτοῦ βίον Isoc. 1.10; τὴν οὐσίαν D. 27.50, etc.; τὰ κοινά Id. 1.22; τὴν ἀρχήν Arist. Pol. 1313a35; τὰ μέγιστα ὁ λογισμὸς διῴκηκε Epicur. Sent. 16; δ. πάντα ἀκριβῶς, of a housekeeper, Lys. 1.7; πολέμους Din. 1.69; of a financier, δ. τὰ πρὸς τὴν πόλιν, ἐπὶ τῇ τραπέζῃ, D. 27.60, 45.33; πεντεκαίδεκα τάλαντα, ἃ Καλλισθένης διῴκησεν Id. 20.33; administer as deputy, τὴν λογιστείαν Stud.Pal. 8.1010.1 (iii/iv A. D.):—Pass., to be ordered, managed, etc., τύχῃ δ. Hp. VM 1, Aeschin. 1.4; ἅπας ὁ βίος φύσει καὶ νόμοις δ. D. 25.15:—Med., manage after oneʼs own will and pleasure, τὰ πράγματα διοικήσασθαι Id. 4.12: pf. Pass. (in med. sense), ἵνʼ ἃ βουλόμεθα ὦμεν διῳκημένοι Id. 18.178; διοικούμενος οὕτως ἀδίκους πλεονεξίας managing to make such iniquitous profits, Id. 44.38, cf. 40; διοικεῖσθαι πρὸς ἀλλήλους act collusively with . ., Id. 58.20, cf. 19.
- b abs., exercise authority, govern, τυραννικώτερον Arist. Pol. 1313a2, cf. 1298b12.
- 2 provide, furnish, ἀπορῶ τἆλλα ὁπόθεν διοικῶ D. 27.66, cf. Decr. ap. eund. 24.27 (Pass.); δ. τὴν ἀδελφήν provide for, settle her, D. 24.202:—Pass., to be nourished or supported, ὑπό τινος Str. 14.2.24; γάλακτι Ath. 2.46e (dub. l.).
- 3 rent, farm, νομῶν τῶν πρὸς χαλκὸν διοικουμένων PTeb. 79.8 (ii B. C.), al.
- 4 digest food, D.L. 6.34.
- 5 Rhet., Med., distribute, arrange in a discourse, D.H. Rh. 9.4.
- II inhabit distinct places, Pl. Ti. 19e:—Med., live apart, κατὰ κώμας X. HG 5.2.5 (s. v. l.; διοικ<ι>οῖντο Cobet).
I en v. act.
1 polít. y admin., c. ac. de n. concr. administrar, gobernar
τὴν πόλιν
τάς τε οἰκίας καὶ τὰς πόλεις καλῶς
τὰ ... κοινὰ τὰ Θετταλῶν
τὴν οὐσίαν
πεντεκαίδεκ' ... τάλαντα, ἃ Καλλισθένης διῴκησεν
τὰ πρὸς τὴν πόλιν δ.
atender a las obligaciones para con el Estado, e.d. las deudas con el Estadoτὴν ἀρχὴν δ.
ejercer el poderτὸν κόσμον
τὸν οὐρανόν
(ἐκκλησίαν)
τὴν ἐπισκοπήν
τὸν κλῆρον
πάντα τὰ τῆς μονῆς πράγματα προνοῆσαι καὶ διοικεῖν καὶ οἰκονομεῖν
καθάπερ ἔκ τινος ἑστίας ἡ διοικοῦσα τὸ δένδρον δύναμις
διοικοῦνται δ' αἱ τυραννίδες ... τοῖς τρόποις τῶν ἐφεστηκότων
las tiranías están gobernadas por el capricho de sus jefesὥστε μέμνηνται τούτων ὡς καλῶς αὐτοῖς διῳκημένων
τὰς πόλεις ὑπὸ τῶν ῥητόρων δεδιῳκῆ[σ]θαι
ἀγαθῇ θεοῦ προνοίᾳ ... διοικεῖσθαι τὸν κόσμον
τὰ σιτωνικὰ χρήματα
• part. pas. neutr. subst.
τὰ διῳκημένα
la administración de los bienes
• de tierras administrar, explotar en v. pas.
νομαὶ αἱ πρὸς χα[λκὸν] διοικουμέναι
• abs., c. ac. adv. llevar la administración
τρόπον τυραννικώτερον δ.
• part. subst. ὁ διοικῶν el encargado de, el administrador
ἀκριβῶς πάντα διοικοῦσα
administradora exacta de todas las cosasεἰ γὰρ ἐνεδέησεν τοσούτων χρημάτων, τούτου διοικοῦντος ἐνεδέησεν
διοικοῦντ' ἐπὶ τῇ τραπέζῃ
τὰς ἐπιστολὰς αὐτοῦ
τὸν ἀγῶνα
τὴν λογιστείαν
• fig. digerir
ὠμὰ δὲ κρέα ἐπεχείρησε φαγεῖν, ἀλλ' οὐ διῴκησεν
2 c. ac. de pers. llevar los asuntos de, asistir
τὴν ἀδελφὴν καλῶς
τὰ παιδία τὰ Μητροδώρου
• mantener, sustentar
κἀμὲ καὶ τὴν μητέρα
ἀφ' ὧν (τάλαντα) ἐκεῖνος αὑτὸν καὶ τοὺς φίλους εὐτελῶς ... διοικῶν
διοικούμενος ὑπὸ τούτων
(una mula y un mulero)
• fig. manejar, manipular
οἷά με Ἐπίκουρος οὗτος διοικεῖ
cómo me maneja ese Epicuro
3 c. ac. de n. abstr. organizar, ordenar, regular
πάσης Ἑλλάδος καὶ ξυμμάχων βίον
τὰ ἑαυτοῦ
τὰ ἀνθρώπινα
τοὺς ... πολέμους
τὰ μέγιστα ὁ λογισμὸς διῴκηκε
la razón ha ordenado las cosas más importantesδιά τε πανουργίας ... καὶ δόλου τὰς πράξεις
τὰ πολιτικά
τὴν ἀγνωμοσύνην τῶν ἀνθρώπων
τύχῃ δ' ἂν πάντα τὰ τῶν καμνόντων διοικεῖτο
ἅπας ... ὁ βίος ... φύσει καὶ νόμοις διοικεῖται
τὰ πάντα μοι ... δεδιῴκηται πάλαι
4 proveer a en v. pas.
εἴ τινος ἐνδεῖ πρὸς τὰ Παναθήναια διοικηθῇ
y si algo falta para las Panataneas, provéaseμηθὲν καταδεέστερον ποιοῦντας τῶν πρότερον ὑπὸ τᾶς πόλιος διοικουμένων
• pagar
εἰ δὲ τοὺς τόκους μὴ διοικέοισαν οἱ δανεισάμενοι τοῖς ἐπιμεληταῖς
τὰν ἐμφοράν
• abonar en cuenta, registrar de asientos contables, en v. pas.
ὁ χειρισμὸς τῶν πρὸς γενήματα διοικουμένων
οὐκ ἐλάσσω τῶν κζ ταλάντων ... διοικηθήσεται
5 en cont. de lengua tratar, tocar un tema en v. pas.
διῳκήθη μὲν οὖν καὶ ἄλλα, τελευταῖον δὲ τὸ περὶ τῶν πλουσίων
primero se trataron otros temas y, por fin, lo referente a los ricos (en una asamblea)καὶ τἄλλα ..., εἰ διοικεῖται, παρέντες
y dejando las otras cosas, si se trata de ello en un libro
II en v. med.
1 administrar para sí, en provecho propio, como uno quiere
ἅπανθ' ὅσα βούλεται
τὰ πλεῖστα ... ὧν κατέπραξε
τὰ ἐν τῇ Ῥώμῃ
• c. πρός y ac. arreglárselas uno mismo
πρὸς ἀλλήλους
πρὸς Κτησικλέα τὸν λογογράφον
διοικήσασθαι παρὰ τῶν συμπρυτάνεων, ὅπως ἀπαγγείλῃ τῷ δήμῳ τὰ ἱερά
2 organizar en provecho propio, idear, buscar
τὸν ... οὕτως ἀδίκους πλεονεξίας διοικούμενον
al que busca en provecho propio tan injustas ventajasὃ δὲ μετὰ ταῦτα διοικεῖται Λεώστρατος ..., τοῦτο πάντων δεινότατόν ἐστιν
τὴν αὑτῆς χρείαν διοικεῖται ἐν παραινέσεως σχήματι φιλοσοφοῦσα
3 encargarse, hacerse cargo de c. el ac. elíptico
σὺ δέ, εἴ τι λείπεται διοικησάμενος
4 ret. organizar, disponer ordenadamente las partes de un discurso
ὁ λόγος, ἂν μή τι ἕτερον διοικῆται ἢ λέγῃ, παντάπασιν ἄτοπός ἐστι καὶ ἀσχήμων
• part. pas. neutr. subst.
τὰ διῳκημένα
la distribución de los recursos dramáticos
1. act.
a. beheren, besturen:
b. bewonen:
2. med. voor zichzelf regelen, bereiken:
1) abgesondert bewohnen ; οἰκήσεις ἰδίας διῳκηκός Plat. Tim. 19e. So im med., κατὰ κώμας, vereinzelt in Flecken wohnen, Xen. Hell. 5.2.5. Gew.
2) durch das Haus walten, verwalten, τάς τε οἰκίας καὶ τὰς πόλεις Plat. Men. 91a, u. oft ; auch Folgde ; τὴν πόλιν καὶ τὴν βασιλείαν Isocr. 2.2 ; τὰ τῆς πόλεως Ar. Eccl. 305 ; πολέμους Din. 1.69 ; τὰ πρὸς τὴν πόλιν, τὰ πολιτικά, Dem. u. A.; πόλις διοικεῖται νόμοις καὶ ψηφίσμασι Dem. 24.152, wie πᾶς ὁ τῶν ἀνθρώπων βίος φύσει καὶ νόμοις διοικεῖται 25.15 ; αἱ τυραννίδες διοικοῦνται Aesch. 1.4. Allgemeiner, einrichten, anordnen, τὰ ἀνθρώπινα Plat. Legg. VII.713c ; ταπεινῶς τὸν βίον Isocr. 1.10 ; von der Behandlung eines rhetorischen Stoffes, Dion.Hal.; auch im med., vom Verwalten des Geldes, Dem. 20.33 ; ἐπὶ τραπέζῃ, vom Wechselgeschäft, 45.33 ; besorgen, anschaffen ; εἴ τινος ἐνδεῖ πρὸς τὰ Παναθήναια διοικηθῇ 24.97 ; vgl. ἀπορῶ ὁπόθεν τὰ ἄλλα διοικῶ 27.66 ; δεδιῴκηται πάλαι, ist verausgabt, Macho bei Ath. VIII.841c ; – τὴν ἀδελφὴν καλῶς διῴκηκεν, hat er gut versorgt, Dem. 24.202 ; übh. = behandeln ; οἷά μεδ. Alciphr. 2.2 ; erhalten, ernähren, τὸ ὑποτίτθια γάλακτι διοικεῖται Ath. II.46e ; vgl. αὑτὸν εὐτελῶς διοικῶν, d.i. einfach lebend, Plut. Cleom. 32 ; Strab. XIX.659.
Bei den Aerzten = verdauen, DL. 6.34.
Med., für sich anordnen, Dem.; bes. = etwas ausführen, oft mit der Nebenbdtg »durch schlimme Ränke u. Listen« ; μετὰ πλείστης ἡσυχίας πάνθʼ ὅσα βούλεται Φίλιππος διοικήσεται 8.13 ; ἵνα ἃ βουλόμεθα ὦμεν διῳκημένοι 18.178 ; ἀδίκους πλεονεξίας 44.38 ; πρός τινα, mit Einem ein Abkommen treffen, 58.19.
τὸ κυρίου ὄνομα, ὅ ἐστι Ὀγδοάς, ὁ τὰ πάντα ἐπιτάσσων καὶ διοικῶν
el nombre del señor, que es Ogdoas, el que todo lo ordena y gobierna
- Iproperly to manage a house: then generally, to manage, control, govern, administer, τὴν πόλιν Thuc., etc.; esp. of financial matters, Dem.:—Mid. to manage after oneʼs own will and pleasure, τὰ πράγματα Dem.; perf. pass. (in same sense), Dem.
- 2to provide, furnish, Dem.
- IIto inhabit distinct places, Plat.:— Mid. to live apart, Xen.
-
…ἢ περὶ οὗ ἥκει. τὸ δὲ μάθημά ἐστιν εὐβουλία περὶ τῶν οἰκείων, ὅπως ἂν ἄριστα τὴν αὑτοῦ οἰκίαν διοικοῖ, καὶ περὶ τῶν τῆς πόλεως, ὅπως τὰ τῆς πόλεως δυνατώτατος ἂν εἴη καὶ πράττειν καὶ λέγειν. ἆρα…
Plato, Protagoras
-
…πρώτῳ χρόνῳ, ὦ Ἀθηναῖοι, πασῶν ἦν βελτίστη · καὶ γὰρ οἰκονόμος δεινὴ καὶ φειδωλὸς ἀγαθὴ καὶ ἀκριβῶς πάντα διοικοῦσα · ἐπειδὴ δέ μοι ἡ μήτηρ ἐτελεύτησε, πάντων τῶν κακῶν ἀποθανοῦσα αἰτία μοι γεγένηται. ἐπʼ ἐκφορὰν γὰρ αὐτῇ…
Lysias, Speeches
-
…αὑτοῦ. ὃς δʼ ἂν ὑμῶν παραμείνῃ, ὁρῶν ὃν τρόπον ἡμεῖς τάς τε δίκας δικάζομεν καὶ τἆλλα τὴν πόλιν διοικοῦμεν, ἤδη φαμὲν τοῦτον ὡμολογηκέναι ἔργῳ ἡμῖν ἃ ἂν ἡμεῖς κελεύωμεν ποιήσειν ταῦτα, καὶ τὸν μὴ πειθόμενον τριχῇ φαμεν…
Plato, Crito
-
…τῷ αὐτῷ λόγῳ χρήσασθαι. ὁμολογοῦνται γὰρ τρεῖς εἶναι πολιτεῖαι παρὰ πᾶσιν ἀνθρώποις, τυραννὶς καὶ ὀλιγαρχία καὶ δημοκρατία · διοικοῦνται δʼ αἱ μὲν τυραννίδες καὶ ὀλιγαρχίαι τοῖς τρόποις τῶν ἐφεστηκότων, αἱ δὲ πόλεις αἱ δημοκρατούμεναι τοῖς νόμοις τοῖς κειμένοις…
Aeschines, Speeches
-
…ἠγάπα, ἀλλʼ ἀπέλαυε μὲν τῶν παρόντων ἀγαθῶν ὡς θνητός, ἐπεμελεῖτο δὲ τῶν ὑπαρχόντων ὡς ἀθάνατος. οὐδὲ ταπεινῶς διῴκει τὸν αὑτοῦ βίον, ἀλλὰ φιλόκαλος ἦν καὶ μεγαλοπρεπὴς καὶ τοῖς φίλοις κοινός, καὶ μᾶλλον ἐθαύμαζε τοὺς περὶ αὑτὸν…
Isocrates, Speeches
-
…ἠδικοῦντο, καὶ τὸν αὐτὸν τρόπον ἄν τις ὑπέλαβεν τοῦτο, ὥσπερ ἂν εἰ υἱὸς ἐν οὐσίᾳ πολλῇ γεγονὼς γνήσιος διῴκει τι μὴ καλῶς μηδʼ ὀρθῶς, κατʼ αὐτὸ μὲν τοῦτʼ ἄξιον μέμψεως εἶναι καὶ κατηγορίας, ὡς δʼ οὐ προσήκων…
Demosthenes, Speeches
-
…καλῶς λέγεις. τί δέ ; ἣν σὺ λέγεις εὐβουλίαν, εἰς τί ἐστιν ; εἰς τὸ ἄμεινον τὴν πόλιν διοικεῖν καὶ σῴζεσθαι. ἄμεινον δὲ διοικεῖται καὶ σῴζεται τίνος παραγιγνομένου ἢ ἀπογιγνομένου ; ὥσπερ ἂν εἰ σύ με ἔροιο ·…
Plato, Alcibiades 1
-
…ἀδίκων καὶ πάντων τῶν ἐναντίων, εἴπερ τῶν πάντων γε αὐτὴν θήσομεν αἰτίαν ; πῶς γὰρ οὔ ; ψυχὴν δὴ διοικοῦσαν καὶ ἐνοικοῦσαν ἐν ἅπασιν τοῖς πάντῃ κινουμένοις μῶν οὐ καὶ τὸν οὐρανὸν ἀνάγκη διοικεῖν φάναι ; τί μήν ; μίαν…
Plato, Laws
-
…ἣν σὺ λέγεις εὐβουλίαν, εἰς τί ἐστιν ; εἰς τὸ ἄμεινον τὴν πόλιν διοικεῖν καὶ σῴζεσθαι. ἄμεινον δὲ διοικεῖται καὶ σῴζεται τίνος παραγιγνομένου ἢ ἀπογιγνομένου ; ὥσπερ ἂν εἰ σύ με ἔροιο · ἄμεινον διοικεῖται σῶμα καὶ σῴζεται τίνος…
Plato, Alcibiades 1
-
…πολλὰ καὶ καλὰ ἔργα ἔχει λέγειν πρὸς τοὺς νεανίσκους, καὶ ὅσα ἐν πολέμῳ ἠργάσαντο καὶ ὅσα ἐν εἰρήνῃ, διοικοῦντες τά τε τῶν συμμάχων καὶ τὰ τῆσδε τῆς πόλεως · ἡμέτερα δʼ αὐτῶν ἔργα οὐδέτερος ἔχει λέγειν. ταῦτα δὴ…
Plato, Laches