δουληΐη Save Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape δουληΐη, v. δουλεία. δουληΐη -ης, ἡ Ion. voor δουλεία. δουληΐη, ἡ, = δουλεία ; Her. 6.12 ; Anacr. ep. 1 (XIII.4).