Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
δουλογαμία
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
δουλευτέος
δουλευτής
δουλευτός
δουλεύτρια
δουλεύω
δούλη
δουληΐη
δουλήϊος
δουλία
δουλίδιον
δουλικός
δουλικοσμικός
δουλικῶς
δούλιος
δουλίς
Δουλίς
δουλιχ-
Δουλιχιεύς
Δουλίχιοι
Δουλίχιον
Δουλίχιόνδε
Δουλίχιονδε
Δουλίχιος
Δουλιχίς
Δουλιχιώτης
δουλιχο
δουλιχόδειρος
δουλιχόεις
Δουλκίτιος
δουλόβοτος
δουλογαμία
δουλογάμος
δουλόγαμος
δουλογάστριος
δουλογενής
δουλογέννητος
δουλογνώμων
δουλογραφεῖον
δουλογραφέω
δουλοδιδάσκαλος
δουλοκοίτης
δουλοκρατέομαι
δουλοκρατία
δουλομαχία
Δουλομελέαγρος
δουλομίκτης
δουλομιξία
δουλόμορφος
δουλοπάθεια
δουλοπαθής
δουλοπαράσιτος
δουλοποιέω
δουλοποιητέον
δουλοποιΐα
δουλοποιός
Δουλόπολις
Δουλοπολίτης
δουλοπόνηρος
δουλοπρέπεια
δουλοπρεπής
δουλοπρεπῶς
…
δουλογαμία
Save
DGE
δουλογαμία
-ας, ἡ
matrimonio con una persona esclava
, Man.
Hyp
.p.96.14.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}