Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
δουλογάμος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
δουλευτής
δουλευτός
δουλεύτρια
δουλεύω
δούλη
δουληΐη
δουλήϊος
δουλία
δουλίδιον
δουλικός
δουλικοσμικός
δουλικῶς
δούλιος
δουλίς
Δουλίς
δουλιχ-
Δουλιχιεύς
Δουλίχιοι
Δουλίχιον
Δουλίχιόνδε
Δουλίχιονδε
Δουλίχιος
Δουλιχίς
Δουλιχιώτης
δουλιχο
δουλιχόδειρος
δουλιχόεις
Δουλκίτιος
δουλόβοτος
δουλογαμία
δουλογάμος
δουλόγαμος
δουλογάστριος
δουλογενής
δουλογέννητος
δουλογνώμων
δουλογραφεῖον
δουλογραφέω
δουλοδιδάσκαλος
δουλοκοίτης
δουλοκρατέομαι
δουλοκρατία
δουλομαχία
Δουλομελέαγρος
δουλομίκτης
δουλομιξία
δουλόμορφος
δουλοπάθεια
δουλοπαθής
δουλοπαράσιτος
δουλοποιέω
δουλοποιητέον
δουλοποιΐα
δουλοποιός
Δουλόπολις
Δουλοπολίτης
δουλοπόνηρος
δουλοπρέπεια
δουλοπρεπής
δουλοπρεπῶς
δοῦλος
…
δουλογάμος
Save
LSJ
δουλο-γάμος [
ᾰ
], ον,
= δουλομίκτης,
Cat.Cod.Astr.
8(4).127.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}