ζῆλος
ζῆλος, ζῆλος, eager rivalry, emulation; (less commonly) jealousy
Could not find ζήλων in Logeion dictionaries.
ζήλων Noun: masculine genitive plural of ζῆλος
- jealousy (= φθόνος), Hes. Op. 195, S. OT 1526: coupled with φθόνος by Democr. 191, Lys. 2.48, Pl. Phlb. 47e, 50c, Lg. 679c (pl.); εἰς ζῆλον ἰέναι Id. R. 550e: more usu. in good sense, eager rivalry, emulation, Id. Mx. 242a, Arist. Rh. 1388a30.
- 2 c. gen. pers., zeal for one, ξυναίμων S. OC 943; κατὰ ζῆλον Ἡρακλέους in emulation of him, Plu. Thes. 25; ζ. πρός τινα Luc. Dem.Enc. 57: abs., passion, PGrenf. 1.1.13 (ii B.C.).
- 3 c. gen. rei, ζῆλον . . γάμων ἔχουσα causing rivalry for my hand, E. Hec. 352; ζ. ἀζήλων καὶ φόβον ἀφόβων Phld. Oec. p.66 J.; ζ. τῶν ἀρίστων emulous desire for . ., opp. φυγὴ τῶν χειρόνων, Luc. Ind. 17; ἀνδραγαθίας Plu. Cor. 4; so ζ. πρός τι Phld. Rh. 2.53S., Plu. Per. 2; ζ. περὶ τὰ στρατιωτικά Str. 14.2.27: pl., ambitions, Phld. Rh. 2.54S.
- 4 fervour, zeal, LXX 4 Ki. 19.31, al., 1 Ep.Cor. 14.1, al.; indignation, ζ. πυρός Ep.Hebr. 10.27.
- 5 personified as son of Styx, brother of Βία, Κράτος, Νίκη, Hes. Th. 384.
- II pride, honour, glory, S. Aj. 503; ζ. καὶ χαρά D. 18.217; τὸν αὐτὸν ἔχει ζῆλον ὁ στέφανος, ib. 120; ζῆλον καὶ τιμὴν φέρει τῇ πόλει Id. 23.64, cf. 18.273, 60.33.
- III spirit, τῆς πολιτείας Plb. 4.27.8: pl., tastes, interests, τοῖς ἀπὸ διαφόρων ἐπιτηδευμάτων, βίων, ζήλων, ἡλικιῶν, Longin. 7.4.
- 2 esp. in Lit. Crit., style, τοῦ Ἀσιανοῦ λεγομένου ζήλου Str. 14.1.41, cf. Plu. Ant. 2.
1. afgunst:
2. ijver, enthousiasme, geestdrift, inzet, met gen.
3. (afgunstige) bewondering; aanzien:
1) Bewunderung u. Eifer für Etwas, οὐδείς ποτʼ αὐτοὺς τῶν ἐμῶν ἂν ἐμπέσοι ζῆλος ξυναίμων Soph. O.C. 946 ; ζῆλος τῶν ἀρίστων neben φυγὴ τῶν χειρόνων, Nacheiferung, Luc. adv. Indoct. 17 ; so πρός τι, Plut. Pericl. 2 ; ζῆλον καὶ φιλοτιμίαν ἐμποιεῖν τινι Lyc. 15 ; καὶ μίμησις Hdn. 2.4.3 ; καὶ ἀγὼν πρός τινα Plut. Artax. 4 ; ζῆλοι νεωτερικοί, Jugendstudien, Pol. 10.24.7. – Der Gegenstand der Bewunderung, Glück, Soph. Aj. 498 ; vgl. Dem. 18.273, wo ζῆλος καὶ τιμαί verbunden sind, u. ibd. 120 τὸν αὐτὸν ἔχει ζῆλον ὁ στέφανος ὅπου ἂν ἀναρρηθῇ.
2) mit dem Gefühle des Untergeordnetseins verbunden, Neid, Hes. O. 194 ; mit φθόνος verbunden, Plat. Phil. 47e, Legg. 679c ; aber Menex. 242a wird ζῆλος als das Vorangehende, φθόνος als das daraus Folgende dargestellt, u. Ammon. gibt für ζῆλος als charakteristisch die διʼ ἐπιθυμία, μίμησις γιγνομένη δοκοῦντός τινος καλοῦ an, vgl. Arist. rhet. 2.11.
3) Eifersucht, Eur. Hec. 352 ; vgl. B.A. 97 ; ζήλοις τινα βάλλειν Mel. 41 (XII.70).
Strong 2205
1. zeal: II Co 7:11 9:2; κατὰ ζῆλος, Phl 3:6; c. gen. obj., Jo 2:17
(LXX), Ro 10:2; seq. ὑπέρ, II Co 7:7; c. gen. subj., θεοῦ, II Co 11:2; πυρός, He 10:27 (cf. Is 26:11, Wi 5:18, and cf. Westc., in l.).
2. jealousy: Ro 13:13, I Co 3:3, II Co 12:20, Ga 5:20 (WH, txt, RV), Ja 3:14, 16; πλησθῆναι ζήλου Ac 5:17 13:45; pl., ζῆλοι (v. B1., § 32, 6), Ga 5:20, WH, mg.†
- Ieager rivalry, zealous imitation, emulation, a noble passion, opp. to φθόνος (envy), Plat., etc.:—but also jealousy, Hes.
- 2c. gen. pers. zeal for one, Soph., Plut.
- 3c. gen. rei, rivalry for a thing, Eur.; ζ. πλούτου Plut., etc.
- IIpass. the object of emulation or desire, happiness, bliss, honour, glory, Soph., Dem.
- IIIof style, extravagance, Plut.:—also, fierceness, NTest.
-
…μεθʼ ὧν ἐκινδύνευον καὶ πρὸς οὓς ἐπολέμουν, ἡγεμόνες γενέσθαι τῆς Ἑλλάδος. ὑστέρῳ δὲ χρόνῳ Ἑλληνικοῦ πολέμου καταστάντος διὰ ζῆλον τῶν γεγενημένων καὶ φθόνον τῶν πεπραγμένων, μέγα μὲν ἅπαντες φρονοῦντες, μικρῶν δʼ ἐγκλημάτων ἕκαστοι δεόμενοι, ναυμαχίας Ἀθηναίοις…
Lysias, Speeches
-
…ὁ τῆς Ἀσίας βασιλεὺς ἑτέρων ἡγεμόνων λαβόμενος · τῇ μὲν γὰρ τούτων στερηθείσῃ δουλεία περιέστηκε, τῷ δʼ ἄλλων ἀρξάντων ζῆλος ἐγγίγνεται τῆς τῶν προγόνων διανοίας. ἀλλὰ ταῦτα μὲν ἐξήχθην ὑπὲρ πάσης ὀλοφύρασθαι τῆς Ἑλλάδος · ἐκείνων δὲ τῶν ἀνδρῶν…
Lysias, Speeches
-
…οὐκ ἐπέπυστο μογοστόκος Εἰλείθυια · ἧστο γὰρ ἄκρῳ Ὀλύμπῳ ὑπὸ χρυσέοισι νέφεσσιν, Ἥρης φραδμοσύνῃς λευκωλένου, ἥ μιν ἔρυκε ζηλοσύνῃ, ὅτʼ ἄρʼ υἱὸν ἀμύμονά τε κρατερόν τε Λητὼ τέξεσθαι καλλιπλόκαμος τότʼ ἔμελλεν. αἳ δʼ Ἶριν προὔπεμψαν ἐυκτιμένης ἀπὸ…
NA, Homeric Hymns
-
…ἔνοικοι, λεύσσετʼ, Οἰδίπους ὅδε, ὃς τὰ κλείνʼ αἰνίγματʼ ᾔδει καὶ κράτιστος ἦν ἀνήρ, οὗ τίς οὐ ζήλῳ πολιτῶν ἦν τύχαις ἐπιβλέπων, εἰς ὅσον κλύδωνα δεινῆς συμφορᾶς ἐλήλυθεν. ὥστε θνητὸν ὄντα κείνην τὴν τελευταίαν ἰδεῖν ἡμέραν…
Sophocles, Oedipus Tyrannus
-
…ἆρʼ οὖν οὐκ αἰδούμεθα χεῖρον Ἰνδῶν φρονοῦντες καὶ διὰ τῆς αὑτῶν ἀτολμίας τοὺς πατρίους νόμους, οἳ πᾶσιν ἀνθρώποις εἰς ζῆλον ἥκουσιν, αἰσχρῶς ὑβρίζοντες ; ἀλλʼ εἴ γε καὶ τοὺς ἐναντίους ἐξ ἀρχῆς λόγους ἐπαιδεύθημεν, ὡς ἄρα μέγιστον ἀγαθὸν…
Flavius Josephus, Jewish War
-
…ἐκπέπραται ταῦτα, ἀντεισῆκται δʼ ἀντὶ τούτων ὑφʼ ὧν ἀπόλωλε καὶ νενόσηκεν ἡ Ἑλλάς. ταῦτα δʼ ἐστὶ τί ; ζῆλος, εἴ τις εἴληφέ τι · γέλως, ἂν ὁμολογῇ · συγγνώμη τοῖς ἐλεγχομένοις · μῖσος, ἂν τούτοις τις…
Demosthenes, Speeches
-
…αἰδὼς οὐκ ἔσται · βλάψει δʼ ὁ κακὸς τὸν ἀρείονα φῶτα μύθοισιν σκολιοῖς ἐνέπων, ἐπὶ δʼ ὅρκον ὀμεῖται. ζῆλος δʼ ἀνθρώποισιν ὀιζυροῖσιν ἅπασι δυσκέλαδος κακόχαρτος ὁμαρτήσει, στυγερώπης. καὶ τότε δὴ πρὸς Ὄλυμπον ἀπὸ χθονὸς εὐρυοδείης λευκοῖσιν φάρεσσι…
Hesiod, Works and Days
-
…ἐπὶ Σύλλᾳ δικτάτωρ ἐς τὸ διηνεκὲς ᾑρέθη · καὶ στάσεις αὖθις κατεπαύοντο πᾶσαι, ἔστε καὶ τόνδε Βροῦτος καὶ Κάσσιος ζήλῳ τε τῆς ἀρχῆς τοῦ μεγέθους καὶ πόθῳ τῆς πατρίου πολιτείας ἐν τῷ βουλευτηρίῳ κατέκανον, δημοτικώτατον καὶ ἐμπειρότατον ἀρχῆς γενόμενον…
Appian, The Civil Wars
-
…πρόσφθεγμα δεσποτῶν ἐρεῖ λόγοις ἰάπτων · ἴδετε τὴν ὁμευνέτιν Αἴαντος, ὃς μέγιστον ἴσχυσεν στρατοῦ, οἵας λατρείας ἀνθʼ ὅσου ζήλου τρέφει. τοιαῦτʼ ἐρεῖ τις · κἀμὲ μὲν δαίμων ἐλᾷ, σοὶ δʼ αἰσχρὰ τἄπη ταῦτα καὶ τῷ σῷ γένει…
Sophocles, Ajax
-
…, ἀπειθοῦντες αὐτοί τε καὶ γυναῖκες αὐτῶν. εἰκός, ἔφη. ἔπειτά γε οἶμαι ἄλλος ἄλλον ὁρῶν καὶ εἰς ζῆλον ἰὼν τὸ πλῆθος τοιοῦτον αὑτῶν ἀπηργάσαντο. εἰκός. τοὐντεῦθεν τοίνυν, εἶπον, προϊόντες εἰς τὸ πρόσθεν τοῦ χρηματίζεσθαι…
Plato, Republic