Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ζωώδης
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ζωστήρ
Ζωστήρ
Ζωστήριος
ζωστήριος
ζωστηροκλέπτης
ζώστης
ζωστός
ζώστρα
ζῶστρα
Ζώστριος
ζωστρίς
ζῶστρον
Ζωτεάτας
ζώτειον
ζωτικός
ζωτικῶς
ζωτύς
ζῳύλλιον
ζωΰλλιον
ζῳύφιον
ζωΰφιον
ζωφορία
ζῳφορία
ζώφορος
ζῳφόρος
ζωφυτέομαι
ζωφυτέω
ζώφυτος
ζώω
ζῳώδης
ζωώδης
ζῳωδία
ζῳωνυμία
ζώωσις
ζῳωτός
η
ἤ
ἦ
ἧ
ᾗ
Η
ἡ
ἥ
ᾖ
ἦ δʼ ὅς
ἦ μήν
ἦ τε
ἤ, ἤ
Η, η
ηʹ
ἦα
ᾖα
ἠαρινός
ἥαται
Ἤατος
ἥβα
ἠβαιός
ἡβάσκω
ἡβάω
ἥβη
Ἥβη
…
ζωώδης
Save
Bailly 2024
ζωώδης,
ης, ες,
vivant, animé,
Arét.
Caus. m. diut.
1, 5
.
Étym.
ζωός, -ωδης
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}