ἥβη
ἥβη, manhood, youthful prime, youth
- youthful prime, youth, νεηνίῃ ἀνδρὶ ἐοικώς, πρῶτον ὑπηνήτῃ, τοῦ περ χαριέστατος ἥβη Od. 10.279, cf. Il. 24.348; καὶ δʼ ἔχει ἥβης ἄνθος ὅ τε κράτος ἐστὶ μέγιστον 13.484, cf. Hes. Th. 988; ἐρικυδής Il. 11.225, Hes. l.c.; πολυήρατος Od. 15.366, etc.; ἥβης μέτρον ἱκέσθαι or ἱκάνειν, = ἡβάσκειν, 11.317, 18.217, etc.; ἥβην πολυήρατον ἱκόμεθʼ 15.366, cf. Il. 24.728; ἥβης ἀπόνασθαι, ταρπῆναι, 17.25, Od. 23.212; ἐφʼ ἥβης Ar. Eq. 524; θρέψασθαί τινα πρὸς ἥβην until manhood, Pl. Mx. 238b; μέχρι ἥβης Th. 2.46.
- b strength and vigour of youth, [δίσκον] ἀφῆκεν . . πειρώμενος ἥβης Il. 23.432; ἥβῃ τε πεποίθεα χερσί τʼ ἐμῇσι Od. 8.181, cf. 16.174; ἥβης ἀκμή S. OT 741: in pl., καρποτρόφοι νεάνιδες ἧβαι E. Ion 477 (lyr.).
- c as a legal term, ἥβη was the time before manhood, at Athens sixteen years of age, AB 255.15; fourteen acc. to EM 359.17, Harp. s.v. ἐπιδιετές; at Sparta eighteen, τὰ δέκα ἀφʼ ἥβης (sc. ἔτη), i.e. men of twenty-eight, X. HG 2.4.32, 3.4.23; τὰ τετταράκοντα ἀφʼ ἥ. ib. 6.4.17; of women, ἐπεὶ δʼ ἐς ἥβην ἦλθεν ὡραίαν γάμων E. Hel. 12.
- d of oxen, ἥβης μέτρον ἔχοντε Hes. Op. 438; of the fresh skin of a snake, Nic. Th. 138.
- 2 metaph., cheer, merriment, Pi. P. 4.295; δαιτὸς ἥβη E. Cyc. 504 (lyr.); also, youthful fire, spirit, Pi. P. 6.48.
- 3 body of youth, A. Pers. 512, 733, Ag. 109 (lyr.), etc.
- 4 the pubes, Hp. Epid. 3.4, Ar. Nu. 976, Theopomp.Com. 37, Arist. HA 493b3, al.
- II a kind of vine, Hsch.; Dor. ἇβαι (pl.) v.l. in Theoc. 5.109.
- III pr.n., Ἥβη Hebe, Il. 4.2, Od. 11.603, Hes. Th. 950; later allegorized as goddess of youth. (Cf. Lith. jėgà ‘power’.)
1. jeugd, bloei van het leven; (jong)volwassenheid:
2. jeugdige
3. personif. Hebe (godin van de jeugd).
a) zunächst das körperliche Zeichen derselben, das Schamhaar, auch die Schamgegend selbst, Hippocr.; τῇ τριχώσει τῆς ἥβης Arist. H.A. 5.14 ; vgl. Ar. Nub. 963, wo es von den Knaben heißt in der Palästra εἶτʼ αὖ πάλιν αὖθις ἀνισταμένους συμψῆσαι καὶ προνοῆσαι, εἴδωλον τοῖσιν ἐρασταῖσιν τῆς ἥβης μὴ καταλείπειν.
b) die Zeit der Mannbarkeit, das blühende Jünglingsalter, das blühendste u. kräftigste Alter des Menschen ; Hom. Od. 10.278 νεηνίῃ ἀνδρὶ ἐοικώς, πρῶτον ὑπηνήτῃ, τοῦπερ χαριεστάτη ἥβη ; vgl. Il. 24.348 u. 13.484, καὶ δʼ ἔχει ἥβης ἄνθος, ὅτε κράτος ἐστὶ μέγιστον ; geradezu Jugendkraft, ὅντε (δίσκον) αἰζηὸς ἀφῆκεν ἀνήρ, πειρώμενος ἥβης Il. 23.432 ; ὄφρʼ ἥβῃ τε πεποίθεα χερσί τʼ ἐμῇσιν Od. 8.181 ; δέμας ὤφελλε καὶ ἥβην 16.174 ; ἄνθος ἥβης sagt auch Hes. Th. 988 ; Pind. P. 4.158, wie Aesch. Suppl. 649 ; κεχλάδοντας ἥβᾳ Pind. P. 4.179 ; die Jugend, d.i. die Jugendmannschaft, Aesch. Ag. 109, Pers. 719 u. öfter, wie bei Eur. Ion 477 νεηνίδες ἧβαι die Jungfrauen sind ; ὁρῶ γὰρ ἥβην τὴν μὲν ἕρπουσαν, τὴν δὲ φθίνουσαν Soph. Tr. 544, wo mehr an Jugendschönheit zu denken, wie in ἥβης ἀπολαῦσαι Ar. Lys. 591 u. öfter ; θαλερὸς ἥβης χρόνος Eur. El. 20 ; Ar. setzt entgegen ἐπὶ γήρως, οὐ γὰρ ἐφʼ ἥβης, Eq. 522, wie Pind. N. 7.99 ἥβᾳ λιπαρῷ τε γήραϊ. – Auch in Prosa, ἐπεὶ ἐκ παίδων ἐς ἥβην ὡρμᾶτο, da er zum Jüngling heranwuchs, Xen. Mem. 2.1.21 ; vgl. εἰς ἥβην ἔρχεσθαι, Eur. Med. 1108, u. ὅταν δʼ ἐς ἥβην ἐξικώμεθα Soph. frg. 517 ; μέχρι τῶν τετταράκοντα ἀφʼ ἥβης, bis zu vierzig Jahren von dem Eintreten der Mannbarkeit an, d.i. bis zum 60. Jahr, Xen. Hell. 6.4.17 ; vgl. 3.4.23 ἐκ δὲ τῶν ἱππέων ἐκέλευσε τοὺς δέκα ἀφʼ ἥβης θεῖν ὁμόσε αὐτοῖς, die zehn Jahre über die Mannbarkeit hinaus sind, um das 30. Jahr, welche Bestimmungsart des Alters bes. bei den Lazedämoniern üblich war ; nach Schol. Thuc. 2.46, der da sagt τοὺς παῖδας ἡ πόλις μέχρις ἥβης θρέψει, ist das 18. Jahr als Anfangspunkt der Mannbarkeit zu betrachten, u. so war es bei den Athenern (s. aber Hermann Staatsalterth. §.123.3); bei den Spartanern scheint das 20. Jahr dafür angenommen. – Uebertr., Jugendmut, Jugendfreude, wie Pind. P. 4.295 θυμὸν ἐκδόσθαι πρὸς ἥβαν, der Schol. erkl. τὴν ψυχὴν ἐκδοῦναι πρὸς φιλοφροσύνην ; vgl. Eur. γάνυμαι δὲ δαιτὸς ἥβης, Cycl. 502. S. auch nom. propr. – Von Tieren, Hes. O. 436 ; von der neuen Schlangenhaut, Nic. Th. 138.
-ης, ἡ.
- 1
Youthful prime, early manhood: ἥβης μέτρον Il. 11.225, τοῦ περ χαριεστάτη ἥ. (in whom youthful manhood shows most . . .) Il. 24.348. Cf. Il. 13.484, Il. 16.857 = Il. 22.363, Il. 17.25: Od. 4.668, Od. 10.279, Od. 11.317, Od. 18.217, Od. 19.532, Od. 23.212.
- 2
The vigour or strength proper to this stage of growth: ὄφρʼ ἥβῃ πεποίθεα Od. 8.181. Cf. Il. 23.432.
In reference to an elderly man, bodily vigour, suppleness of frame: οὐδέ τι ἥβης δεύεται Od. 8.136, δέμας ὤφελλε καὶ ἥβην Od. 16.174 (in both cases of Odysseus).
- 3
Manhood viewed as a stage attained or to be attained: ἥβην ἵξεσθαι Il. 24.728. Cf. Od. 15.366.
- 1
- Imanhood, youthful prime, youth, Lat. pubertas, νεηνίηι ἀνδρὶ ἐοικώς, τοῦπερ χαριεστάτη ἥβη Od.; ἥβης μέτρον ἱκέσθαι or ἱκάνειν ἡβάσκειν, Od.
- byouthful strength, vigour, πειρώμενος ἥβης Il.; ἥβηι πεποίθεα Od.
- clegally, ἥβη was the time before manhood, at Athens 16 years of age; at Sparta, 18, so that τὰ δέκα ἀφʼ ἥβης were men of 28, τὰ τετταράκοντα ἀφʼ ἥβης men of 58, and so on, Xen.: cf. ἔφηβος.
- 2metaph. youthful cheer, merriment, δαιτὸς ἥβη Eur.: also youthful passion, fire, spirit, Pind.
- 3a body of youth, the youth, Lat. juventus, Aesch.
- IIas femin. prop. n., Ἥβη, Hebe, daughter of Zeus and Hera, wife of Hercules, Hom.
-
…, καὶ πώγωνος ἤδη ὑποπιμπλάμενος. εἶτα τί τοῦτο ; οὐ σὺ μέντοι Ὁμήρου ἐπαινέτης εἶ, ὃς ἔφη χαριεστάτην ἥβην εἶναι τοῦ ; πρῶτον ; ὑπηνήτου, ἣν νῦν Ἀλκιβιάδης ἔχει ; τί οὖν τὰ νῦν ; ἦ παρʼ ἐκείνου…
Plato, Protagoras
-
…φιλότιμος εὐχά, μήποτε λοιμὸς ἀνδρῶν τάνδε πόλιν κενώσαι · μηδʼ ἐπιχωρίοις ; ἔρις ; πτώμασιν αἱματίσαι πέδον γᾶς. ἥβας δʼ ἄνθος ἄδρεπτον ἔστω, μηδʼ Ἀφροδίτας εὐνάτωρ βροτολοιγὸς Ἄ ρης κέρσειεν ἄωτον. καὶ γεραροῖσι πρε σβυτοδόκοι γεμόν των…
Aeschylus, Suppliant Women
-
…τʼ ἐτῶν παλαιῶν ἐνιαυτοὺς ἱερᾶς ὑπὸ τιμᾶς. σὺ δὲ λαμπάδι φλέγων προβάδην ἔξαγʼ ἐπʼ ἀνθηρὸν ἕλειον δάπεδον χοροποιὸν μάκαρ ἥβαν. εὐφημεῖν χρὴ κἀξίστασθαι τοῖς ἡμετέροισι χοροῖσιν, ὅστις ἄπειρος τοιῶνδε λόγων ἢ γνώμῃ μὴ καθαρεύει, ἢ γενναίων ὄργια…
Aristophanes, Frogs
-
…, ἐπεὶ τά περ ἄλλα μάλιστα ἀνθρώπων πέπνυσο · θεοὶ δʼ ὤπαζον ὀϊζύν, οἳ νῶϊν ἀγάσαντο παρʼ ἀλλήλοισι μένοντε ἥβης ταρπῆναι καὶ γήραος οὐδὸν ἱκέσθαι. αὐτὰρ μὴ νῦν μοι τόδε χώεο μηδὲ νεμέσσα, οὕνεκά σʼ οὐ τὸ πρῶτον…
Homer, Odyssey
-
…στρατηγούς · καὶ χάρις τιμήσεται Διὸς τόδʼ ἐκπράξασα. πάντʼ ἔχεις λόγον. νικώμενος λόγοισιν οὐκ ἀναίνομαι · ἀεὶ γὰρ ἥβη τοῖς γέρουσιν εὖ μαθεῖν. δόμοις δὲ ταῦτα καὶ Κλυταιμήστρᾳ μέλειν εἰκὸς μάλιστα, σὺν δὲ πλουτίζειν ἐμέ. ἀνωλόλυξα…
Aeschylus, Agamemnon
-
…ἔργῳ οἱ θαπτόμενοι τὰ μὲν ἤδη κεκόσμηνται, τὰ δὲ αὐτῶν τοὺς παῖδας τὸ ἀπὸ τοῦδε δημοσίᾳ ἡ πόλις μέχρι ἥβης θρέψει, ὠφέλιμον στέφανον τοῖσδέ τε καὶ τοῖς λειπομένοις τῶν τοιῶνδε ἀγώνων προτιθεῖσα · ἆθλα γὰρ οἷς κεῖται ἀρετῆς μέγιστα…
Thucydides, The Peloponnesian War
-
…, τὴν ὁπλοτάτην τέκε παίδων · τῇ ὁμοῦ ἐτρεφόμην, ὀλίγον δέ τί μʼ ἧσσον ἐτίμα. αὐτὰρ ἐπεί ῥʼ ἥβην πολυήρατον ἱκόμεθʼ ἄμφω, τὴν μὲν ἔπειτα Σάμηνδʼ ἔδοσαν καὶ μυρίʼ ἕλοντο, αὐτὰρ ἐμὲ χλαῖνάν τε χιτῶνά τε εἵματʼ…
Homer, Odyssey
-
…Διώνυσος ξανθὴν Ἀριάδνην, κούρην Μίνωος, θαλερὴν ποιήσατʼ ἄκοιτιν. τὴν δέ οἱ ἀθάνατον καὶ ἀγήρω θῆκε Κρονίων. ἥβην δʼ Ἀλκμήνης καλλισφύρου ἄλκιμος υἱός, ἲς Ἡρακλῆος, τελέσας στονόεντας ἀέθλους, παῖδα Διὸς μεγάλοιο καὶ Ἥρης χρυσοπεδίλου ,…
Hesiod, Theogony
-
…οἰμώγμασίν θʼ, ὧν Ζεὺς ἀλεξητήριος ἐπώνυμος γένοιτο Καδμείων πόλει. ὑμᾶς δὲ χρὴ νῦν, καὶ τὸν ἐλλείποντʼ ἔτι ἥβης ἀκμαίας καὶ τὸν ἔξηβον χρόνῳ, βλαστημὸν ἀλδαίνοντα σώματος πολύν, ὥραν τʼ ἔχονθʼ ἕκαστον ὥστε συμπρεπές, πόλει τʼ…
Aeschylus, Seven Against Thebes
-
…, ἔνθα μοι Ἑρμείας χρυσόρραπις ἀντεβόλησεν ἐρχομένῳ πρὸς δῶμα, νεηνίῃ ἀνδρὶ ἐοικώς, πρῶτον ὑπηνήτῃ, τοῦ περ χαριεστάτη ἥβη · ἔν τʼ ἄρα μοι φῦ χειρί, ἔπος τʼ ἔφατʼ ἔκ τʼ ὀνόμαζε · πῇ δὴ αὖτʼ, ὦ…
Homer, Odyssey