καμηλώδης
καμηλώδης, camel-like
κᾰμηλ-ώδης, ες,
- camel-like, Gal. 6.664.
καμηλώδης, ης, ες [ᾰ] qui ressemble à un chameau, Gal. 6, 664.
Étym. κ. -ωδης.
καμηλώδης, ες, einem Kamel ähnlich, Sp.
καμηλώδης, camel-like