Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
καμινεύτρια
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
καμηλάτης
καμήλειος
καμηλέμπορος
καμηληλασία
καμηληλάτης
καμηλίζω
καμηλικός
καμήλιον
καμηλίτης
καμηλοβάτης
καμηλοβοσκός
καμηλοκόμος
καμηλοπάρδαλις
καμηλοπόδιον
κάμηλος
καμηλοτροφέω
καμηλοτρόφος
καμηλώδης
καμηλών
καμηλωτή
Καμικός
Κάμιλλος
κάμιλος
καμιναία
καμιναῖος
καμινεία
καμινεύς
καμινευτήρ
καμινευτής
καμινευτικός
καμινεύτρια
καμινεύω
καμίνη
καμινία
καμινιαῖος
καμίνιον
καμίνιος
καμινίτης
καμινίτης ἄρτος
καμινίων
καμινογραφία
καμινόθεν
καμινοκαύστης
καμινοκαύστρια
κάμινος
καμινώ
καμινώδης
Κάμιρος
Κάμισα
Καμισηνή
καμίσιον
κάμμα
Κάμμα
καμμαρίς
κάμμαρος
κάμμαρψις
καμματίδες
κάμμει
καμμέν
κἄμμες
καμμέσον
…
καμινεύτρια
Save
Pape
καμινεύτρια
, [ῑ], ἡ, fem. zu καμινευτής,
Schol. Hom
., Erkl. von καμινώ.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}