Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
καμιναία
καμιναία, furnace
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Καμερία
Καμερῖνοι
Καμέριοι
κάμηλα
καμηλάριος
καμηλασία
καμηλάσιον
καμηλάτης
καμήλειος
καμηλέμπορος
καμηληλασία
καμηληλάτης
καμηλίζω
καμηλικός
καμήλιον
καμηλίτης
καμηλοβάτης
καμηλοβοσκός
καμηλοκόμος
καμηλοπάρδαλις
καμηλοπόδιον
κάμηλος
καμηλοτροφέω
καμηλοτρόφος
καμηλώδης
καμηλών
καμηλωτή
Καμικός
Κάμιλλος
κάμιλος
καμιναία
καμιναῖος
καμινεία
καμινεύς
καμινευτήρ
καμινευτής
καμινευτικός
καμινεύτρια
καμινεύω
καμίνη
καμινία
καμινιαῖος
καμίνιον
καμίνιος
καμινίτης
καμινίτης ἄρτος
καμινίων
καμινογραφία
καμινόθεν
καμινοκαύστης
καμινοκαύστρια
κάμινος
καμινώ
καμινώδης
Κάμιρος
Κάμισα
Καμισηνή
καμίσιον
κάμμα
Κάμμα
καμμαρίς
…
καμιναία
Save
καμιναία, furnace
LSJ
κᾰμῑν-αία, ἡ,
furnace,
LXX
Ex.
9.10.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}