καμιναῖος
καμιναῖος, of or from a furnace
κᾰμῑν-αῖος, α, ον,
- of or from a furnace, τέφρα Ezek. Exag. 136.
καμιναῖος, α, ον, v. καμινιαῖος.
καμιναῖος, [ῑ], = καμινιαῖος, v.l. , s. Lobeck Phryn. 552.