καμηλοτροφέω
καμηλοτροφέω, feed, keep camels
κᾰμηλο-τροφέω,
- feed, keep camels, D.S. 3.45.
καμηλο·τροφέω-ῶ [ᾰ] nourrir des chameaux, DS. 3, 44.
Étym. κ. -τροφος de τρέφω.
καμηλοτροφέω, Kamele ernähren, halten, DS. 3.44.