καμινευτικός
καμινευτικός, of or for a furnace
κᾰμῑν-ευτικός, ή, όν,
- of or for a furnace, Suid. s.v. κοδομήϊον.
καμινευτικός, [ῑ], = καμινιαῖος, Suid.
καμινευτικός, of or for a furnace