Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κηπουρία
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κήπευμα
κηπεύς
Κηπεύς
κηπεύσιμος
κηπευτής
κηπευτικός
κηπευτός
κηπεύω
κἠπί
κηπίδες
κηπίδες νύμφαι
κηπίδιον
κηπίον
κηπίς
Κῆπις
Κηπίων
Κῆποι
κηποκόμας
κηποκόμος
κηπολαχανία
κηπολάχανον
κηπολόγος
κηποπαράδεισος
κηποποιΐα
κῆπος
κηποτάφιον
κηποτύραννος
κηπουργία
κηπουργικός
κηπουρέω
κηπουρία
κηπουριακός
κηπουρικός
κηπουρός
κηποφύλαξ
κηπρίαρτος
κηπωρέω
κηπωρός
Κήρ
κῆρ
κήρ
κήρα
κηραίνω
κηραμύντης
κηράνθεμον
κηράνθεμος
κηραφίς
κηραχάτης
κηρεία
κηρέλαιον
κηρεμβροχή
κηρέσιος
κηρεσιφόρος
κηρεσσιφόρητος
Κηρεύς
κηρία
κηριάζω
κηριάπτης
κηρίδιον
κηρίζω
κήρινδον
…
κηπουρία
Save
Pape
κηπουρία
, ἡ,
Gartenbau
, Poll. 7.140,
v.l.
κηπωρία.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}