μισητέος
μισητέος, to be hated
μῑσ-ητέος, α, ον,
- to be hated, X. Smp. 8.20.
- II μισητέον, one must hate, Hp. Decent. 2, Luc. Fug. 30, Themist. Ep. 4.8.
μισητέος, α, ον [ῑ] vb. de μισέω, Xén. Conv. 8, 20 ; au neutre, Luc. Fug. 30.
μισητέος
μῑσητέος, α, ον
verb. adj. of μισέω
- Ito be hated, Xen.
- IIμισητέον, one must hate, Luc.