μισγοδία
μισγοδία, public pasture
μισγοδία,
- v. μιξοδία. μισγόλας· θόρυβος, Hsch. μισγόνομος γῆ, public pasture-land, Id. μίσγω, v. μείγνυμι; cf. προσμίσγω.
μισγοδία, ἡ, = μιξοδία, Hesych.