ξηρά Save ξηρά, dry land Bailly 2024 Grieks Nederlands Middle Liddell ξηρά, ᾶς (ἡ) v. ξηρός. ξηρά -ᾶς, ἡ zie ξηρός. ξηρά ( sc. γῆ) dry land, v. ξηρός III.