παναθέσμιος
παναθέσμιος, utterly lawless
παν-αθέσμιος, ον,
- utterly lawless, cj. for sq. in Man. 4.56.
παν·αθέσμιος, ος, ον [ᾰᾰ] c. le suiv. Man. 4, 56.
Étym. π. ἄθεσμος.
παναθέσμιος, = πανάθεσμος, Maneth. 4.156, ἀλλοτρίων λεχέων.