πάναισχρος
πάναισχρος, utterly ugly
πᾰν-αισχρος, ον,
- = παναίσχης, D.Chr. 31.35, Ptol. Tetr. 172: Sup., παναισχίστη τέρψις AP 6.163 (Mel.). Adv. -ρως Plb. 4.58.11, Tz. H. 6.44.
πάν·αισχρος, ος, ον [ᾰν] tout à fait honteux, D. Chr. 1, 584 ||
Sup. παναίσχιστος, Anth. 6, 163.
Étym. π. αἰσχρός.
πάναισχρος, ganz häßlich, schändlich, B.A. 60 ; Sp.
πάναισχρος
πάν-αισχρος, ον,
= παναισχής; Sup. -αίσχιστος Anth.