About Report a problem

Menu

πάναισχρος

πάναισχρος, utterly ugly

πᾰν-αισχρος, ον,
  • = παναίσχης, D.Chr. 31.35, Ptol. Tetr. 172: Sup., παναισχίστη τέρψις AP 6.163 (Mel.). Adv. -ρως Plb. 4.58.11, Tz. H. 6.44.

Saved

Recent