παναισχής
παναισχής, utterly ugly, ugliest
παν·αισχής, ής, ές [ᾰν] c. πάναισχρος, Arstt. Nic. 1, 8, 16.
παναισχής, ές, = πάναισχρος, Arist. Eth. 1.8.16 ; superl., παναισχίστην τέρψιν, Mel. 115 (VI.163).
παναισχής, utterly ugly, ugliest