πλαδώδης
πλαδ-ώδης, ες,
- = πλαδαρός, Lycus ap. Orib. 8.26.7: Comp., Hp. Mul. 1.11.
πλαδώδης, ης, ες [ᾰ] c. πλαδαρός, Hpc. 595, 45 ||
Cp. πλαδωδέστερος, Hpc. l. c.
Étym. πλάδος, -ωδης.
πλαδώδης, ες, = πλαδαρός, Sp.