πλάδη Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape πλάδ-η [ᾰ], ἡ, = πλάδος, Emp. 75, Suid. s.v. πλαδαρόν (pl.). πλάδη, ης (ἡ) [ᾰ] c. πλάδος, Empéd. 75 Diels. πλάδη -ης, ἡ en πλάδος -ους, τό vochtophoping.πλάδη -ης, ἡ en πλάδος -ους, τό vochtophoping. πλάδη, ἡ, = πλάδος, Empedocl.