πλαγιόω
πλαγιόω, turn sideways
πλᾰγι-όω,
- = πλαγιάζω I.1, τὸν ἵππον π. τῷ χαλινῷ X. Eq. 7.16.
πλαγιόω-ῶ [ᾰ] c. πλαγιάζω, Xén. Eq. 7, 16.
πλαγιόω, = πλαγιάζω, Xen. Eq. 7.16 ; VLL.
πλαγιόω
πλᾰγιόω,
= πλαγιάζω 1, Xen.