πλαγκτύς
πλαγκτύς, wandering
πλαγκ-τύς, ύος, ἡ,
- wandering, Call. Aet. 1.2.7 [Fr. 26.7 Pf.].
πλαγκτύς, ἡ, = πλαγκτοσύνη, zw, Lesart bei Lyc. 1045.
πλαγκτύς, wandering