πλαγκτοσύνη
πλαγκτοσύνη, roaming
πλαγκ-τοσύνη, ἡ, poet. for πλάνη,
- roaming, Od. 15.343, Nonn. D. 2.692.
πλαγκτοσύνη, ης (ἡ) [ῠ] course errante, Od. 15, 343 ; Nonn. D. 2, 692.
Étym. πλαγκτός.
πλαγκτοσύνη, ἡ, Herumschweifen, Od. 15.343.
πλαγκτοσύνη
-ης, ἡ
[as πλαγκτός.]
Wandering, a roving life : πλαγκτοσύνης κακώτερον Od. 15.343.
πλαγκτοσύνη : roving, roaming, Od. 15.343†.
πλαγκτοσύνη, ἡ,
poetic for πλάνη
- roaming, Od.