πλαδάρωμα Save LSJ Pape πλᾰδᾰρ-ωμα, ατος, τό, = πλάδος, Suid. s.v. πλαδαρόν (pl.). πλαδάρωμα, τό, wie von πλαδαρόω, = πλάδος, Sp.