πραγματίας
πραγματίας, tiresome
Could not find πραγματίαις in Logeion dictionaries.
πραγματίαις Noun: masculine dative plural of πραγματίας
πραγματίαις Noun: feminine dative plural of πραγματεία
πραγμᾰτ-ίας, ου, ὁ,
- tiresome, λόγος Com.Adesp. 894.
πραγματίας, ὁ, der viel zu tun macht, λόγος, B.A. 58 erkl. ὁ πράγματα καὶ ἀηδίας παρέχων.