σιτοβόλιον
σιτοβόλιον, granary
Could not find σιτοβολίοις in Logeion dictionaries.
σιτοβολίοις Noun: neuter dative plural of σιτοβόλιον
σιτο·βόλιον, ου (τὸ) [σῑ] c. le préc. Plut. C. Gracch. 6.
σιτοβόλιον, [σῑ], τό, Pol. 3.100.4, auch σιτοβόλειον, = σιτοβολών ; Geop.