Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
σιτογεωργός
σιτογεωργός, grain-grower
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
σιτηγία
σιτήγονος
σιτηγός
σιτηρεσιάζω
σιτηρέσιον
σιτηρέσιος
σιτήριος
σίτηρις
σιτηρός
σίτησις
σιτητός
σιτηφάγος
σιτίζω
σιτικός
σίτινος
σιτίον
σίτισις
σίτισμα
σιτισμός
σιτιστής
σιτιστός
σίτλα
σιτνίδες
σιτοβόλειον
σιτοβολεῖον
σιτοβόλιον
σιτόβολον
σιτοβολών
σιτοβόρος
σιτόβρυτις
σιτογεωργός
σιτοδαισία
σιτοδασία
σιτοδεία
σιτοδηΐη
σιτοδόκη
σιτοδόκος
σιτοδοσία
σιτοδοτεία
σιτοδοτέω
σιτοδότης
σιτοδοχεῖον
σιτοδόχος
σιτοενδεία
σιτοθήκη
σιτοκαπηλεύω
σιτοκάπηλος
σιτόκεντρον
σιτοκλονέομαι
σιτοκοπικός
σιτοκόπτης
σιτόκουρος
σιτόκριθον
σιτόλεθρος
σιτολειψία
σιτολογέω
σιτολογία
σιτολογικός
σιτολόγιον
σιτολογοπράκτωρ
σιτολόγος
…
σιτογεωργός
Save
σιτογεωργός, grain-grower
LSJ
σῑτο-γεωργός, ὁ,
corn-grower,
Vett.Val.
76.10.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}