σιτοδασία Save Bailly 2024 Pape σιτο·δασία, ας (ἡ) [ῑδᾰ] distribution de blé, DH. 3, 1412 Reiske. Étym. σ. δαίομαι. σιτοδασία, s. σιτοδαισία u. σιτοδοσία.