σιτοδοχεῖον Save LSJ Bailly 2024 Pape σῑτο-δοχεῖον, τό, = σιτοδόκη, Sm. Jl. 1.17. σιτοδοχεῖον, ου (τὸ) [ῑ] c. σιτοθήκη, Aqu. Joel 1, 17. Étym. σιτοδόχος. σιτοδοχεῖον, [ῑ], τό, = σιτοδόκη, Sp.