σιτοδόχος
σῑτο-δόχος, ον,
- = σιτοδόκος, κοιλία Pall. in Hp. 2.144 D.; γαστήρ Steph. in Hp. 2.279 D.
σιτο·δόχος, ος, ον [ῑ] qui reçoit du blé, du pain ou du fourrage, Artém. 104 Reiff.
Étym. σῖτος, δέχομαι.
σιτοδόχος, [ῑ], = σιτοδόκος, Sp.