Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
σφαγίτης
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
συφός
σύφος
Συχάρ
Συχέμ
συχνάζω
συχνάκις
σύχνασμα
συχνεών
συχνολουσία
συχνός
συχνοσύνθετος
συψειρικόν
συψέλιον
συώδης
σφάγανον
σφαγεῖον
σφαγεύς
σφαγή
σφαγία
Σφαγία
σφαγιάζομαι
σφαγιάζω
σφαγιασμός
σφαγιαστήριον
σφαγίδιον
σφαγίζω
σφάγιον
σφάγιος
σφαγίς
σφαγιστήριον
σφαγίτης
σφαγῖτις
σφάγμα
σφάγνος
σφαδᾴζω
σφαδάζω
σφαδαΐζω
σφαδανός
σφάδασμα
σφαδᾳσμός
σφαδασμός
σφαδαστικῶς
σφάζω
σφαῖρα
σφαιράρχης
σφαίρειος
σφαιρεύς
σφαιρηδόν
σφαιρητικός
Σφαιρία
σφαιρίδιον
σφαιρίζω
σφαιρικός
σφαιρικῶς
σφαιρίον
σφαίρισις
σφαίρισμα
σφαιρισμός
σφαιριστήριον
σφαιριστής
σφαιριστικός
…
σφαγίτης
Save
Pape
σφαγίτης
, [ῑ], ὁ,
die Kehl-, Drosselader
, Arist.
H.A
. 3.3.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}