Skip to content
Skip to search
Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem (opens in a new tab)
Keyboard shortcuts
Toggle dark mode
ἀναστόμωτος
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀναστενάχω
ἀναστένω
ἀναστερίζω
ἀναστέριστος
ἀνάστερος
Ἀναστεύς
ἀναστεφανόω
ἀναστέφω
ἀναστηλιτεύω
ἀναστηλόω
ἀναστήλωσις
ἀνάστημα
ἀναστηρίζω
ἀναστήσας
ἀναστησείω
ἀναστίδωνος
ἀναστίζω
ἀναστοιβάζω
ἀναστοιχειόω
ἀναστοιχείωσις
ἀναστοιχειωτικός
ἀναστολή
ἀναστολίζομαι
ἀναστομίζω
ἀναστομόω
ἀναστόμωσις
ἀναστομωτέον
ἀναστομωτήριος
ἀναστομωτικός
ἀναστομωτός
ἀναστόμωτος
ἀναστοναχέω
ἀναστοναχίζω
ἀναστοφάγος
ἀναστράγαλος
ἀναστράπτω
ἀναστρατεύομαι
ἀναστρατεύω
ἀναστρατοπεδεία
ἀναστρατοπεδεύω
ἀνάστρεμμα
ἀναστρεπτέον
ἀναστρέφω
ἀναστρολόγητος
ἄναστρος
ἀναστροτόριος
ἀναστροφάδην
ἀναστροφή
ἀναστροφία
ἀναστροφίη
ἀναστρόφιος
ἀναστρόφισμα
ἀνάστροφος
ἀναστρόφως
ἀναστρώννυμι
ἀναστρωπή
ἀναστρωφάω
ἀναστυφελίζω
ἀναστύφω
ἀναστύω
ἀνασυνδέω
…
ἀναστόμωτος
Save
DGE
ἀναστόμωτος
-ον
abierto
de un absceso
μόριον
Gal.18(2).795.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}
Keyboard shortcuts
×
/
s
Search
←
→
Previous / next dictionary
1
–
9
Go to dictionary 1–9
j
k
Next / previous word in the word wheel
m
Switch between Logeion and Morpho
b
Save or unsave this word
Shift
B
Saved and recent words
l
Look up the selected word
Esc
Close suggestions or a panel
?
This list
Single-key shortcuts