ἀχθίζω
ἀχθίζω, to load
ἀχθ-ίζω,
- load, Ἄραψ κάμηλον ἀχθίσας Babr. 8.1.
cargar
Ἄραψ κάμηλον ἀχθίσας
ἀχθίζω (part. ao. ἀχθίσας) charger d’un fardeau, Babr. 8, 1.
Étym. ἄχθος.
ἀχθίζω, beladen, κἀμηλον Babr. 8.1.
ἀχθίζω
- to load, Babr.