Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐνό
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Ἐννοσίδας
ἐννοσίδας
ἔννοσις
ἐννοσίφυλλος
ἐννοσσεύω
ἐννοσσοποιέομαι
ἐννοσσοποιέω
ἐννότιος
ἔννοτος
ἔννους
ἐννοχλεῖς
ἐννοχλέω
ἐννόχλημι
ἐννόχλης
ἔννυθεν
ἐννυκτερεύω
ἕννυμι
ἐννυός
ἐννυστάζω
ἔννυχα
ἐννυχεύω
ἐννυχίζω
ἐννύχιος
ἔννυχος
ἔννωθρος
ἐννῶσαι
ἐννώσας
ἐννωτιαῖος
ἐννωτίζομαι
ἐνξύω
ἐνό
ἔνο
ἐνόβρυζος
ἔνογκος
ἐνοδέομαι
Ἐνοδία
ἐνοδιάζω
ἐνόδιος
ἐνοδῖτις
ἔνοδμος
ἐνοδοιπόρος
ἔνοδος
ἐνοδύνως
ἑνοείδεια
ἑνοειδής
ἑνοειδῶς
ἑνόζυγος
ἐνόθω
ἐνοιάδες
ἐνοιδέω
ἐνοιδής
ἐνοιδίσκομαι
ἐνοικάδιος
ἐνοίκειος
ἐνοικειόω
ἐνοικέτις
Ἐνοικέτις
ἐνϝοικέω
ἐνοικέω
ἐνοικηματικός
ἐνοικήσιμος
…
ἐνό
Save
LSJ
ἐνό,
ἐνο
, Dor. and Aeol.,
= ἔνι,
Axiop.
1.5, cf.
An.Ox.
1.176.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}