ἐννότιος
ἐννότιος, wet, moist
ἐννότιος, α, ον,
- wet, moist, Call. Fr. 350.
húmedo
γῆ
ἐν·νότιος, α, ον, humide, Call. fr. 350.
Étym. ἐν, νότος.
ἐννότιος, α, ον, feucht ; αὔραις ἐννοτίαις Eur. I.T. 433, l.d. ; Callim. frg. 350.