ἔγκαιρος
ἔγκαιρος, timely, seasonable
Could not find ἔγκαιροί in Logeion dictionaries.
ἔγκαιροί Adjective: feminine nominative plural, Adjective: feminine vocative plural, Adjective: masculine nominative plural, Adjective: masculine vocative plural of ἔγκαιρος
- timely, seasonable, Pl. Plt. 282e, Lg. 928a, Them. Or. 26.331a: Sup., Pl. Lg. 717a. Adv. -ρως Aristaenet. 1.15: Sup. -ότατα Them. Or. 9.120c.
1 oportuno, adecuado
ὁ διορισμὸς ἔ. ἄν σοι γένοιτο
ἀπειλή τις ἂν τοιάδε εἴη μάλα ἔ.
μάτην οὖν περὶ θεοὺς ὁ πολύς ἐστι πόνος τοῖς ἀνοσίοις, τοῖσιν δὲ ὁσίοις ἐγκαιρότατος ἅπασιν
ἀμοιβαῖς ἐγκαίροις
ἐγγίγνονται αἱ χάλαζαι, ὅταν γένηται τὸ ἔτος ἔγκαιρον
ὁ Ἥλιος ... διδάσκει ... ὅτε πλοΐζεσθαι ἔγκαιρον
τήνδε τοῦ ῥηθέντος ἐγκαίρου κανόνος συγχώρησιν ἐποιησάμεθα
τὸν ὄγκον τῆς γαστρὸς τὸν ἔγκαιρον
• neutr. como adv. ἐγκαιρότατα del modo más conveniente
εἰ καὶ πάνυ φαίη τις ἐγκαιρότατα ἐκτετικέναι τοὺς σοὺς πατέρας
2 adv. -ως oportunamente
ἰσχυραὶ δυνάμεις σίτων ... ἐ. μὲν παραλαμβανομέναι μεγίστην ὠφέλειαν
μήτε διὰ μέσου ἄτερ τοῦ καιροῦ λέγειν, ἀλλ' ἐ.
τῆς Εἰλειθυίας ἐ. ἐφισταμένης τίκτει παιδίον
• Adv ., Aristaen. 1.15.