βασταγή
βασταγή, transport
βαστᾰγ-ή, ἡ,
- transport, τῶν ἀναγκαίων Lyd. Mag. 1.13.
I sin mov.
1 carga Hsch.
2 mec. soporte, suspensión
τοῦ κριοῦ
II c. mov.
1 acarreo Al.Nu.4.19,
β. καὶ φορὰ τῶν ἀναγκαίων
2 caravana
δι' ὀλίγου χρόνου βασταγὰς ... γίνεσθαι ἐκ τῶν ἐκεῖ