Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Διόγονος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Διόβολος
διόβολος
Διοβουλιεύς
Διοβούλιον
ΔιϜοβύκτας
Διόγας
Διογείτων
Διογένεια
Διογενειανός
Διογένειον
Διογένειος
διογενέτορες
διογενέτωρ
Διογενέτωρ
διογενής
Διογένης
διογένητος
Διογενιανός
Διογενίδαι
Διογενισμός
διογενισμός
Διογενισταί
διόγκινον
διογκόω
διογκύλλομαι
διογκύλλω
διόγκωσις
Διόγνητος
διόγνητος
Δίογνις
Διόγονος
διόγονος
διοδεία
διοδεύσιμος
διόδευσις
διοδευτέον
διοδευτός
διοδεύω
διοδία
διόδιον
διόδιος
διόδμητος
διοδοιπορέω
διοδοποιέω
δίοδος
Διόδοτος
διόδους
διοδύρομαι
Διοδώρειος
Διόδωρος
Διοδώρου νῆσος
διόζια
διοζόομαι
δίοζος
Διόθεν
Δῖοι
διοιαίνω
διοίγνυμι
διοίγω
δίοιδα
διοιδαίνω
…
Διόγονος
Save
LSJ
Διόγονος, ον,
f. l. for δίγονος, Βάκχος
E.
Hipp.
560 (lyr.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}