διόγνητος
διόγνητος, born of Zeus
contr. por Διογένητος noble, bien nacido
Ἰόλαος
Φλεγύαο διογνήτοιο θύγατρα
διό·γνητος, ος, ον [ῐ] c. διογενής, Hés. Sc. 340.
Étym. Διός, γίγνομαι ; cf. διογενής.
διόγνητος, (für διογένητος) = διογενής, Hes. Sc. 340.