διόδευσις Save LSJ DGE Bailly 2024 Pape διόδ-ευσις, εως, ἡ, = foreg., Hp. Flat. 9. διόδευσις -εως, ἡ paso, salida glosa a ἔξοδος Sch.A.Th.33b. διόδευσις, εως (ἡ) c. διοδεία, Hpc. 298, 43. διόδευσις, das Durchgehen, Hippocr.