Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Εὔπλοος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
εὐπίστως
εὐπίων
εὐπλαδής
εὐπλανής
εὐπλαστία
εὔπλαστος
εὐπλατής
ἐΰπλειος
εὔπλειος
εὐπλεκής
ἐϋπλεκής
εὔπλεκτος
ἐΰπλεκτος
εὔπλευρος
εὐπληθής
εὔπληκτος
εὐπλήρωτος
εὐπλοέω
εὔπλοια
Εὔπλοια
εὐπλοΐη
εὐπλοίη
εὐπλόϊμος
ἐϋπλοκαμίς
εὐπλοκαμίς
ἐϋπλόκαμος
εὐπλόκαμος
ἐΰπλοκος
εὔπλοκος
εὔπλοος
Εὔπλοος
εὔπλους
εὔπλουτον
εὔπλουτος
ἐϋπλυνής
εὐπλυνής
εὔπλωτος
εὐπνευστία
εὔπνευστος
εὐπνοέω
εὔπνοια
εὔπνοιος
εὔπνοος
ἐΰπνοος
εὔπνους
εὐποδία
εὐποιέω
εὐποίημα
εὐποιητικός
εὐποιητικῶς
εὐποίητος
εὐποιΐα
εὐποιία
εὐποίκιλον
εὐποίκιλος
εὐποιός
εὔποκος
Εὐπόλειος
Εὐπολέμεια
εὐπολέμητος
εὐπόλεμος
…
Εὔπλοος
Save
Bailly 2024
Εὔ·πλοος-ους
(
ὁ
) Euploos,
h.
Alciphr.
1, 18, 19
.
Étym.
v. le préc.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}