ἐϋπλοκαμίς
ἐϋπλοκᾰμ-ίς, ῖδος,
- Ep. fem. of sq., ἐϋπλοκαμῖδες Ἀχαιαί Od. 2.119, 19.542.
ἐϋπλοκαμίς, ep. = εὐπλοκαμίς.
ἐϋπλοκαμίς , ῖδος, and ἐυ-πλόκαμος (πλόκαμος): with beautiful tresses, fair-tressed, epithet of goddesses and of women, Od. 5.125, Od. 2.119. (See cut.)
ἐϋπλοκαμίς
Epic fem. of εὐπλόκαμος, Od.