Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
εὔπλειος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
εὐπετῶς
εὐπεψία
εὐπηγής
εὔπηκτος
εὐπήληξ
εὐπήλης
εὐπήματος
εὐπηνής
εὔπηνος
εὐπήξ
εὐπηξία
εὔπηχυς
εὐπῖδαξ
εὐπιθέω
εὐπιθής
εὐπίλητος
εὐπίνεια
εὐπινής
εὐπινῶς
εὐπίσσωτος
εὐπιστία
εὔπιστος
εὐπίστως
εὐπίων
εὐπλαδής
εὐπλανής
εὐπλαστία
εὔπλαστος
εὐπλατής
ἐΰπλειος
εὔπλειος
εὐπλεκής
ἐϋπλεκής
εὔπλεκτος
ἐΰπλεκτος
εὔπλευρος
εὐπληθής
εὔπληκτος
εὐπλήρωτος
εὐπλοέω
εὔπλοια
Εὔπλοια
εὐπλοΐη
εὐπλοίη
εὐπλόϊμος
ἐϋπλοκαμίς
εὐπλοκαμίς
ἐϋπλόκαμος
εὐπλόκαμος
ἐΰπλοκος
εὔπλοκος
εὔπλοος
Εὔπλοος
εὔπλους
εὔπλουτον
εὔπλουτος
ἐϋπλυνής
εὐπλυνής
εὔπλωτος
εὐπνευστία
εὔπνευστος
…
εὔπλειος
Save
Pape
εὔπλειος
, ep. ἐΰπλειος, η, ον,
wohlgefüllt
, πήρη
Od
. 17.467.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}