Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Μερούλλας
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μέρμερος
Μέρμερος
μέρμηρα
μερμηρίζω
μερμηρικοί
μέρμιθα
μερμίθα
μέρμιθος
μερμίλλων
μέρμις
Μερμνάδαι
μέρμνος
μερμνός
Μέρμνων
μερόεις
μερόεν
Μερόη
Μερόλας
μέρομαι
Μερόπα
Μέροπες
μέροπες
Μερόπη
μεροπήϊος
μεροπηΐς
Μεροπηΐς
Μεροπίς
μεροποιός
μεροποσπόρος
μέρος
Μερούλλας
μέροψ
Μέροψ
μέρτρυξ
Μέρυλλος
μερύτης
μές
μεσάβοιον
μέσαβον
μεσαβόω
μεσάγκεια
μέσαγκτος
μεσάγκυλον
μεσάγκων
μεσάγκωνες
μεσάγριος
μεσάγροικος
μεσάδιος
μεσάζω
μεσαίγεως
μεσαῖον
μεσαῖος
μεσαιπόλιος
μεσαίτατος
μεσαίτερος
μεσαίχμιον
μέσακλον
μεσακόθεν
μεσάκτιος
μέσακτος
Μεσάλας
…
Μερούλλας
Save
Bailly 2024
Μερούλλας
(
ὁ
)
=
lat.
Merula
,
n. d’h. rom.
Plut.
Mar.
41, 45
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}