μεροπηΐς Save Bailly 2024 Pape μεροπηΐς, ΐδος [ῐδ] adj. f. c. le préc. Opp. C. 1, 23. μεροπηΐς, ίδος, ἡ, fem. zu μεροπήϊος, Opp. Cyn. 1.23.