Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μέσαγκτος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μέρμνος
μερμνός
Μέρμνων
μερόεις
μερόεν
Μερόη
Μερόλας
μέρομαι
Μερόπα
Μέροπες
μέροπες
Μερόπη
μεροπήϊος
μεροπηΐς
Μεροπηΐς
Μεροπίς
μεροποιός
μεροποσπόρος
μέρος
Μερούλλας
μέροψ
Μέροψ
μέρτρυξ
Μέρυλλος
μερύτης
μές
μεσάβοιον
μέσαβον
μεσαβόω
μεσάγκεια
μέσαγκτος
μεσάγκυλον
μεσάγκων
μεσάγκωνες
μεσάγριος
μεσάγροικος
μεσάδιος
μεσάζω
μεσαίγεως
μεσαῖον
μεσαῖος
μεσαιπόλιος
μεσαίτατος
μεσαίτερος
μεσαίχμιον
μέσακλον
μεσακόθεν
μεσάκτιος
μέσακτος
Μεσάλας
μεσαμβρ
μεσαμβρίη
Μεσαμβρίη
μεσαμβρινός
μεσαμέριος
μεσάντιον
μεσανύκτιον
μεσαραϊκός
μεσάραιον
μεσάραιος
μεσασμός
…
μέσαγκτος
Save
Pape
μέσαγκτος
,
f.l.
für μέσακτος¹, bei Aesch.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}