μεσαίχμιον
μεσαίχμιον, τό, (αἰχμή)
- = μεταίχμιον, Hsch.; possibly to be read in J. BJ 5.1.4, D.C. Fr. 5.5:—also Adj. μεσαίχμιος, γῆ Hsch.
μεσ·αίχμιον, ου (τὸ) c. μεταίχμιον Jos. B.J. 5, 1, 4 ; DC. fr. 5, 5.
μεσαίχμιον, τό, = μεταίχμιον, Hesych.